Με αφορμή τη συζήτηση για την ταινία “Καποδίστριας”
Η αναζωπύρωση της συζήτησης γύρω από τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, μετά την προβολή στις κινηματογραφικές αίθουσες της ομώνυμης ταινίας, μου δίνει το έναυσμα να εκφράσω ορισμένες σκέψεις γύρω από την αδυναμία της σχολικής Ιστορίας να λειτουργήσει ως εργαλείο κατανόησης και κριτικού στοχασμού. Δεν έχει σημασία αν κανείς έχει παρακολουθήσει ή όχι την ταινία. Προσωπικά δεν την έχω δει. Δεν θα την κρίνω εδώ ως προς την καλλιτεχνική της αξία (ή μη) και την οπτική της. Εξάλλου δεν είμαι κριτικός κινηματογράφου. Σημασία έχει ότι ένα ιστορικό γεγονός σχεδόν δύο αιώνων εξακολουθεί να προκαλεί σύγχυση, συναισθηματικές αντιδράσεις και απλουστευτικές ερμηνείες στον δημόσιο λόγο. Και αυτό δεν είναι πρόβλημα του κινηματογράφου.
Πιο συγκεκριμένα, η σχολική Ιστορία στην Ελλάδα διαμορφώθηκε διαχρονικά με βασικό στόχο τη συγκρότηση εθνικής ταυτότητας. Η επιλογή αυτή δεν είναι ιστορικά αδικαιολόγητη. Ωστόσο, το πρόβλημα προκύπτει όταν ο σκοπός αυτός υποκαθιστά πλήρως την ερμηνευτική της διάσταση. Τα Αναλυτικά Προγράμματα, σε όλες σχεδόν τις εκδοχές τους, αντιμετωπίζουν την Ιστορία ως αφήγηση επιβεβαίωσης, και όχι ως πεδίο ερωτημάτων. Το αποτέλεσμα είναι ένα μάθημα επικεντρωμένο στη μετάδοση «ορθών» εκδοχών, όπου οι αντιφάσεις, οι κοινωνικές συγκρούσεις και οι πολιτικές αποτυχίες είτε αποσιωπούνται είτε εξομαλύνονται. Πρόσωπα όπως ο Καποδίστριας παρουσιάζονται, όταν δεν είναι «εκτός ύλης», συχνά αποσπασματικά: είτε ως εθνικά σύμβολα είτε ως προβληματικές εξαιρέσεις, χωρίς να εντάσσονται συστηματικά στο ιστορικό τους πλαίσιο. Έτσι, οι μαθητές δεν μαθαίνουν να κατανοούν την ιστορική σύγκρουση, αλλά να την παρακάμπτουν. Έτσι, όταν ένα ιστορικό γεγονός επανέρχεται μέσα από την τέχνη ή τα ΜΜΕ, επειδή δεν μπορεί να προσεγγιστεί ψύχραιμα, προσεγγίζεται με συναισθηματική ταύτιση.
Η σχολική Ιστορία σπάνια διδάσκεται ως επιστήμη. Οι μαθητές δεν εξοικειώνονται με την έννοια της ιστορικής πηγής, της ερμηνείας, της διαφωνίας μεταξύ ιστορικών. Πώς να επιτευχθεί αυτό, όταν υπάρχει μοναδικό σχολικό εγχειρίδιο ανά τάξη, για παράδειγμα; Δεν μαθαίνουν ότι η Ιστορία δεν είναι απλώς το «τι έγινε», αλλά το πώς και γιατί το γνωρίζουμε. Αντίθετα, καλούνται να απομνημονεύσουν προκαθορισμένα σχήματα, γεγονός που καθιστά το μάθημα βαρετό και ταυτόχρονα ευάλωτο σε κάθε εξωσχολική αφήγηση που εμφανίζεται πιο ζωντανή ή «αποκαλυπτική». Η επιλογή να διδάσκεται μια Ιστορία χωρίς αιχμές, χωρίς αντιπαραθέσεις και χωρίς κοινωνική ανάλυση δεν είναι ουδέτερη. Διαμορφώνει πολίτες που δυσκολεύονται να αντιληφθούν τη σύγκρουση ως συστατικό της ιστορικής εξέλιξης και, κατ’ επέκταση, της δημοκρατίας.
Η περίοδος διακυβέρνησης Καποδίστρια, αν συμπεριλαμβάνονταν εξ ολοκλήρου και όχι επιγραμματικά ή αποσπασματικά όπως συμβαίνει, στην ύλη, θα μπορούσε —και θα έπρεπε— να αξιοποιείται παιδαγωγικά διαφορετικά. Με αφορμή αυτή την περίοδο θα μπορούσαν να τεθούν ζητήματα όπως η σύγκρουση κράτους και τοπικών ελίτ, η πολιτική βία σε μεταβατικές περιόδους, τα όρια της μεταρρυθμιστικής εξουσίας. Θέματα που παραμένουν επίκαιρα και βοηθούν τους μαθητές να συνδέσουν το παρελθόν με το παρόν. Ένα τέτοιο μάθημα Ιστορίας θα βοηθούσε τους μαθητές να κατανοήσουν πώς παράγεται η πολιτική σύγκρουση. Και αυτή ακριβώς η κατανόηση είναι που λείπει σήμερα από τον δημόσιο διάλογο.
Η Ιστορία δεν κινδυνεύει από την τέχνη. Κινδυνεύει από την απουσία ιστορικής σκέψης. Όσο το σχολείο δεν καλλιεργεί την ικανότητα διάκρισης ανάμεσα στη μυθοπλασία, την ιδεολογία και την τεκμηριωμένη γνώση, τόσο κάθε ταινία, κάθε «αποκαλυπτικό» άρθρο και κάθε απλοϊκή αφήγηση θα διεκδικεί ρόλο ιστορικής αυθεντίας.
Η συζήτηση για τον Καποδίστρια δεν αφορά το 1831. Αφορά το σήμερα: αν θέλουμε μια κοινωνία που καταναλώνει το παρελθόν ως θέαμα ή μια κοινωνία που το επεξεργάζεται ως γνώση.

Discover more from Φιλοblogiko
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
