Παιδικά παιχνίδια και η πρώτη γεύση
«Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό… Έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω». Το τραγουδούσαμε σαν ήμασταν παιδιά και παίζαμε το ομώνυμο παιχνίδι στην αυλή του σχολείου ή στη γειτονιά. Υπήρχαν γειτονιές και ομαδικά παιχνίδια ακόμη, πριν περάσουν ανεπιστρεπτί στη μνήμη μας, μαζί με τα παιδικά μας χρόνια. Δεν ξέρω αν ψάχναμε πραγματικά κάτι: ίσως απλώς τη χαρά του παιχνιδιού, ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό.

Τότε που δεν μετρούσαμε τίποτε: ούτε τη ζάχαρη πάνω στη βρεγμένη φέτα ψωμιού (ήταν, άλλωστε το πιο κοινό απογευματινό κολατσιό μας, που το καταβροχθίζαμε) ούτε το αλάτι που κάποιοι έβαζαν ακόμη και στο γάλα. Δεν υπήρχαν περιορισμοί. Υπήρχε μόνο η γεύση. Και η ανεμελιά.
Ήταν τα χρόνια της αθωότητας, της αγνότητας και των παραμυθιών. Του βασιλιά που ήθελε να μετρήσει την αγάπη και την αφοσίωση των τριών θυγατέρων του και εξόρισε εκείνη που του απάντησε πως η αγάπη της για τον πατέρα της ήταν τόσο πολύτιμη όσο το αλάτι. Ο βασιλιάς δεν εκτίμησε την απάντησή της — ίσως γιατί έτρωγε ήδη ανάλατα τα φαγητά του, επειδή ήταν πολύ γέρος.

Όλα τα σνακ της νοσταλγίας μας ήταν αλμυρά: τα φιστίκια, ως συνοδευτικό της μπίρας του πατέρα που παρήγγειλε στο γειτονικό καφενείο κάποιο καλοκαιρινό βράδυ, και που μας άφηνε να τα φάμε, γιατί «κολλούσαν» στα δόντια του. Τα αγγουράκια, οι ντοματούλες ή οι ελιές που συνόδευαν το τσίπουρο του παππού, κάτι χειμωνιάτικα μεσημέρια, γυρίζοντας από την παιδική χαρά που μας συνόδευε. Είχαν κόκκους από χοντρό αλάτι πάνω τους και ήταν πεντανόστιμα. Πιέζαμε το δάχτυλο στο τσίγκινο πιατάκι πάνω στους κόκκους του χοντρού αλατιού και το πιπιλίζαμε κατόπιν με ευδαιμονία.
Αλλά και από τα πρώτα μας συσκευασμένα σνακ, τα γαριδάκια, που έκρυβαν στο σακουλάκι τους κι ένα πλαστικό παιχνιδάκι –δώρο, μαζεύαμε με το δάχτυλο τα πορτοκαλί αλμυρά υπολείμματα και στο τέλος περνούσαμε τη γλώσσα γύρω από τα χείλη για να μη μείνει τίποτα.
Η «πολυτέλεια» των αλμυρών γεύσεων επεκτάθηκε με τον εμπλουτισμό των σνακ: πατατάκια, πιτσίνια, δρακουλίνια, πακοτίνια. Έγινε συνήθεια και συνοδεία στις κινηματογραφικές αίθουσες και αργότερα στα φοιτητικά πάρτι, ώσπου καταλήξαμε στα αλμυρά ποπ-κορν και τα ντιπ συνοδευμένα με τρίγωνα πατατάκια στις ντόλμπυ σαράουντ αίθουσες τωνcineplex ή τους «μαραθώνιους» θέασης τηλεοπτικών σειρών από ψηφιακές πλατφόρμες.
Τώρα, στα χρόνια της ωριμότητας και της εγκράτειας, αντιλαμβανόμαστε σαν το βασιλιά του παιδικού παραμυθιού την αξία του άλατος στη ζωή του ανθρώπου. Τώρα που πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά την ποσότητα που καταναλώσουμε ή και το ενδεχόμενο να το εξοβελίσουμε από τη διατροφή μας, επειδή βουλώνει τις αρτηρίες και ανεβάζει την πίεση. Και το «αλάτι ψιλό» και το «αλάτι χοντρό». Μετράμε πια με προσοχή την ποσότητα, όπως οι Ρωμαίοι στρατιώτες το «αλατικόν» τους, τον μισθό τους δηλαδή για να αγοράσουν το αλάτι τους, το salarium, από το λατινικό sal, δηλαδή αλάτι (salaire στα γαλλικά, salary στα αγγλικά).

Ξορκίζουμε τη βλάβη που μας προκαλεί σαν τις παλιές νοικοκυρές , που έριχναν αλάτι πίσω από την πλάτη του καλεσμένου που αργούσε να φύγει. Ανακαλύψαμε και το ορυκτό αλάτι, το «άλας της γης», που λέγεται πως είναι πιο υγιεινό, γιατί δεν έχει υποστεί επεξεργασία όπως το θ- αλ- ασσινό (η ἃλς/τῆς ἁλός στα αρχαία είναι η θάλασσα και ο ἃλς το αλάτι). Αναζητούμε, πιο ασφαλώς, τη μεταφορική του νοστιμιά σε ιστορίες με πνευματώδες ύφος, με «αττικόν άλας», όπως έλεγαν παλαιότερα, ή στο «αλατοπίπερο» των υποθέσεων. Γιατί οι ανάλατες ιστορίες, πόσο μάλλον οι άνθρωποι, είναι βαρετές. Τα σ-αλ-άμια αποφεύγονται, αφού το αλάτι είναι γνωστό συντηρητικό, αλλά μπορούμε να απολαύσουμε πιο υγιεινές σ-αλ-άτες, όχι με αλάτι αλλά με λεμόνι.

Η ένωση, λοιπόν, του χλωρίου με το νάτριο, που μας δίνει το χλωριούχο νάτριο, το αλάτι, έχει παίξει τόσο καθοριστικό ρόλο στον πολιτισμό και την πορεία του ανθρώπου, που είναι δύσκολο να τον φανταστούμε χωρίς αυτό. Οι μοναδικές εκφράσεις «φάγαμε ψωμί κι αλάτι μαζί» ή «ό,τι είπαμε, νερό κι αλάτι» δείχνουν την αξία του. Σε πολλούς βαλκανικούς λαούς υπάρχει επίσης ως χαιρετισμός το «ψωμί και αλάτι». Το μονοπώλιο του προϊόντος σε πολλές περιπτώσεις ενίσχυσε την αξία του. Ο Μαχάτμα Γκάντι προέτρεψε τους Ινδούς να επαναστατήσουν απέναντι στο μονοπώλιο του αλατιού από τη βρετανική αποικιοκρατία, με την περίφημη Πορεία του Αλατιού το 1930. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Ινδία έγινε ανεξάρτητο κράτος.

Στα ίχνη του «λευκού χρυσού» στην Ευρώπη
Χρόνια μετά, βρέθηκα να ακολουθώ — χωρίς να το έχω σχεδιάσει — τον δικό μου «Δρόμο του Αλατιού».
Στην καρδιά της Κεντρικής Ευρώπης, το αλάτι υπήρξε κινητήριος δύναμη πολιτισμού. Στο Σάλτσμπουργκ (το ίδιο το όνομα σημαίνει «κάστρο του αλατιού») και στο Χάλστατ, ένα από τα αρχαιότερα κέντρα εξόρυξης αλατιού στον κόσμο, αναπτύχθηκαν εμπορικά δίκτυα που ένωναν βουνά και ποτάμια.
Στο Σάλτσμπουργκ, το αλάτι δεν φαίνεται. Κυλά μέσα από τον ποταμό Salzach, στα στενά της παλιάς πόλης, στις προσόψεις των κτιρίων που διατηρούν ακόμη την αίγλη που απέκτησαν από το εμπόριο του «λευκού χρυσού». Περπατώντας εκεί, έχεις την αίσθηση ότι κάθε πέτρα κάτι γνωρίζει: για εμπόρους, για φορτία που ταξίδευαν με το ρεύμα, για μια πόλη που χτίστηκε πάνω σε κάτι τόσο ταπεινό και τόσο πολύτιμο μαζί. Το αλάτι εδώ ενώνεται με τις νότες του Μότσαρτ που οι πλούσιοι έμποροι πλήρωνα για να ακούσουν τις ιδιοφυείς συνθέσεις του, όταν ήταν ακόμη παιδί.

Στο Χάλστατ, αντίθετα, το αλάτι έχει βάθος. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κατεβαίνοντας στα ορυχεία, νιώθεις ότι μπαίνεις σε έναν άλλο χρόνο, πιο αργό, πιο πυκνό, υπόγειο. Και ύστερα, ανεβαίνοντας ξανά στο φως, το χωριό καθρεφτίζεται στην ατάραχη λίμνη, που δυστυχώς περικυκλώνεται από τις ορδές του υπερτουρισμού.

Το Bad Ischl δεν είναι τόσο γνωστό για ορυχεία όσο το Χάλστατ, αλλά αποτελεί κομβικό κρίκο στην «αλμυρή» ιστορία της περιοχής Salzkammergut (=τα κτήματα του αλατιού που ανήκαν στον αυτοκράτορα της Αυστροουγγαρίας). Η σημασία του οφείλεται κυρίως στην επεξεργασία της άλμης (αλμυρού νερού). Από τα ορυχεία του Χάλστατ και άλλων περιοχών, η άλμη μεταφερόταν μέσω ενός συστήματος αγωγών (ένα από τα αρχαιότερα βιομηχανικά δίκτυα της Ευρώπης) προς το Bad Ischl, όπου γινόταν η εξάτμιση και η τελική παραγωγή αλατιού. Παράλληλα, η ίδια αυτή άλμη γέννησε κάτι διαφορετικό: τη λουτροθεραπεία. Το Bad Ischl εξελίχθηκε σε διάσημο λουτρόπολη (spa), όπου τα «αλμυρά νερά» θεωρούνταν θεραπευτικά. Τον 19ο αιώνα, το Bad Ischl έγινε θερινή κατοικία του αυτοκράτορα Φραγκίσκος Ιωσήφ Α΄. Η παρουσία της αυλής μετέτρεψε την πόλη σε κέντρο κοσμικής ζωής και πολιτισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι εκεί υπογράφηκε το 1914 το διάταγμα που οδήγησε στην έναρξη του Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος — ένα ιστορικό γεγονός που ξεκινά, συμβολικά, σε μια πόλη που είχε πλουτίσει χάρη στο αλάτι.

Το Μεσολόγγι
Όμως το πιο δυνατό αίσθημα το βίωσα στην Ελλάδα.
Οι Αλυκές Μεσολογγίου απλώνονται σαν καθρέφτες φωτός και ουρανού, ένας τόπος όπου η θάλασσα μεταμορφώνεται σε κρύσταλλο. Η λιμνοθάλασσα του, μία από τις μεγαλύτερες στη Μεσόγειο, σχηματίζει ένα μωσαϊκό από νησίδες, καλαμιώνες και αλυκές, που αλλάζουν όψη ανάλογα με την εποχή. Εκεί, η εργασία του ανθρώπου συναντά τον κύκλο της φύσης, ήλιος, νερό, αέρας και γεννά το αλάτι, όπως γινόταν αιώνες τώρα. Το αλάτι του Μεσολογγίου είναι γνωστό για την καθαρότητα και τη φυσικότητά του, καθώς δεν υφίσταται έντονη βιομηχανική επεξεργασία. Παράλληλα, οι αλυκές αποτελούν και έναν σπουδαίο υγροβιότοπο: φιλοξενούν πλήθος πουλιών, με πιο χαρακτηριστικά τα φλαμίνγκο που βάφουν με ροζ αποχρώσεις τον ορίζοντα.


Ένα από τα πιο ιδιαίτερα στοιχεία της περιοχής είναι οι «πελάδες», οι ξύλινες καλύβες χτισμένες πάνω στο νερό, στηριγμένες σε πασσάλους. Εκεί ζούσαν και εργάζονταν οι ψαράδες, σε μια ζωή δεμένη άμεσα με τη λιμνοθάλασσα.
Ο χρόνος στο Μεσολόγγι κυλά διαφορετικά. Είναι ένα μέρος που δεν “φωνάζει”: “ψιθυρίζει.


Ένα “νόστιμο” ταξίδι
Και τελικά, ίσως αυτό να ήταν πάντα το αλάτι: όχι μόνο η γεύση, αλλά η επιστροφή. Γιατί «νόστιμος» δεν είναι απλώς αυτός που ευχαριστεί τον ουρανίσκο, αλλά αυτός που κουβαλά μέσα του τον “νόστο”, την επιθυμία να γυρίσεις πίσω, σε τόπους, ανθρώπους, στιγμές. Όπως το αλάτι διατηρεί και αναδεικνύει τις γεύσεις, έτσι και οι μνήμες μας διατηρούν ό,τι αξίζει να επιστρέφουμε. Από τη σχολική αυλή μέχρι τα ταξίδια και πάλι πίσω, κάθε εμπειρία αποκτά νόημα όταν βρίσκει τον δρόμο της στην μνήμη. Κι ίσως τελικά, το πιο «νόστιμο» ταξίδι να είναι αυτό που μας φέρνει ξανά εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε. Λίγο διαφορετικούς, πιο ώριμους, αλλά πιο γεμάτους και φυσικά όχι “ανάλατους”!

Πηγές
Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία: Κουβέντες για το αλάτι

Προσφορά του filobkogiko
Discover more from Φιλοblogiko
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
